Μια ζωντανή βιβλιοθήκη

Μια ζωντανή βιβλιοθήκη
Έλα και εσύ στο παραμύθι
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περίληψη παραμυθιού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περίληψη παραμυθιού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Η ΦΥΛΛΙΣ, Η ΟΜΟΡΦΗ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ.....

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν μία κοπέλα που την έλεγαν Φυλλίς. Η Φυλλίς ήταν πολύ όμορφη κοπέλα. Μια μέρα ο Δημοφώντας, ο γιος του Θησέα, πήγε στο κάστρο της Φυλλίς και όταν την είδε την ερωτεύτηκε. Και είπε στον πατέρα της, τον βασιλιά, να την παντρευτεί. Και την πήρε για γυναίκα του. Ο Δημοφώντας ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι του την Αθήνα. Έφυγε από την Θράκη και πήγε στην Αθήνα. Η Φυλλίς στεναχωριόταν γιατί έλειπε ο Δημοφώντας και κάθε μέρα πήγαινε στην αμυγδαλιά, ανέβαινε και κοίταγε από ψηλά αν επιστρέφει σπίτι ο Δημοφώντας. Όμως, ο αγαπημένος της δεν ερχόταν και εκείνη έκλαιγε στην αμυγδαλιά. Μετά πέθανε από την στεναχώρια της και η ψυχούλα της πήγε μέσα στον κορμό της αμυγδαλιάς. Ο Δημοφώντας έμαθε ότι πέθανε η Φυλλίς και πήγε και αγκάλιασε το δέντρο κλαίγοντας. Όταν αγκάλιασε το δέντρο, έβγαλε άσπρα λουλούδια και από τότε η αμυγδαλιά κάθε χρόνο, τον χειμώνα, τον Φεβρουάριο, ανθίζει.


Αγαπημένοι μας φίλοι, τι νομίζετε ότι συνέβη στον Δημοφώντα από εκεί και πέρα;



 

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΓΑΙΤΑΝΑΚΙ της Ζωρζ Σαρή.......

Μία φορά και έναν καιρό ήταν ένας παππούλης ο γερό- Νικόλας. Ο  γερό- Νικόλας ζούσε μόνος του σε ένα σπίτι που είχε πολλά λουλούδια. Μία μέρα, ένιωσε μοναξιά γιατί άκουσε τα παιδάκια να τραγουδάνε

Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
και ολόκληρη την γη μας
θα αγκάλιαζε θαρρώ!!!!!

Η σκέψη του ήταν από τότε στα παιδιά και σκέφτηκε να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και να πει σε όλους τους ανθρώπους να πιάσουνε τα χέρια τους και να στήσουνε χορό και να αγκαλιάσουν την γη. Δεν είχε όμως λεφτά για το ταξίδι του και έπρεπε να πάει στην δουλειά. Σκέφτηκε λοιπόν, να πάει στον γιατρό και να του δώσει χάπια που θα τον κάνουν νέο και δυνατό. Πήγε σε μία πόλη με το τρένο και όταν πήρε τα χάπια έγινε νέος.
Ξεκίνησε το ταξίδι του με το τρένο και άρχισε να λέει στους ανθρώπους για το γαιτανάκι. Τους ζήταγε να πιάσουν σφιχτά τα χέρια τους και να αγκαλιάσουν όλη την γη, να τραγουδήσουν και να χορέψουν. Κάποιοι είπαν ναι αλλά κάποιοι είπαν όχι. Δεν θέλανε να τραγουδήσουν γιατί δεν είχαν χρόνο.
Ο Νικόλας όμως συνεχώς τους έλεγε να έρθουν να τραγουδήσουν και να χορέψουν. Δεν σταμάτησε ποτέ για να ακούσουν και αυτοί που έλεγαν όχι. Το είπε στο δημαρχείο, το είπε στην φυλακή, στους κλέφτες, στην αστυνομία, στον Δικαστή, στους ναύτες, στους φρουρούς. Είπε με δυνατή φωνή:
<< ξεχάστε την λύπη, ξεχάστε τον θυμό και ελάτε να αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλον>>.

Έτσι λοιπόν , την πρώτη μέρα της Άνοιξης, όλοι οι άνθρωποι που ήταν φίλοι του Νικόλα, αγόρια και κορίτσια, άσπροι και μαύροι, εχθροί και φίλοι, ναύτες και στρατιώτες, μεγάλοι και μικροί χόρεψαν και τραγούδησαν πιάνοντας τα χέρια και αγκαλιάζοντας όλη την γη.

Ο Νικόλας έβγαλε γενειάδα και ξαναέγινε ο γερό-Νικόλας γιατί είχε πετύχει αυτό που ήθελε στην ζωή του. Ήταν πια καιρός να πάει χαρούμενος στο σπίτι του.
Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.