Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα αγοράκι. Είχε μία αγελάδα και ζούσε μαζί με τη μαμά του. Αλλά μία μέρα έδωσε την αγελάδα σε ένα γέρο γιατί δεν είχαν λεφτά και ο γέρος του έδωσε φασόλια. όταν τον είδε η μαμά του νευρίασε και τα πέταξε έξω. Τότε έγινε μία μεγάλη φασολιά. Δεν το ήξεραν οτι θα βγει τόσο μεγάλη φασολιά αλλά το είδαν και χάρηκαν. Ανέβηκε ο Τζακ στη φασολιά και είδε ένα κάστρο. Εκεί ψηλά πάνω στα σύννεφα χτύπησε την πόρτα και είδε μία κυρούλα. Τον πήρε μέσα στο κάστρο και τον έκρυψε για να μην τον δει ο γίγαντας και να μη θυμώσει. Την ώρα που κοιμόταν ο Τζακ πήρε τη χήνα που έκανε χρυσά αυγά, πήρε την άρπα που έπαιζε μόνη της μουσική, πήρε και την κυρούλα και άρχισαν να κατεβαίνουν. Τότε ξύπνησε ο γίγαντας κυνήγησε τον Τζακ και ο Τζακ κατέβηκε έδεσε τη φασολιά με ένα σκοινί το τράβηξε και έφυγε μακρυά ο γίγαντας σαν πύραυλος. Έζησαν ευτυχισμένα ο Τζακ, η μαμά του η χήνα που έκανε τα χρυσά αυγά και η άρπα που έπαιζε ωραία μουσική για να χορεύουν.
Τρεις τάξεις νηπιαγωγείου θέλουν να μοιραστούν τις ιστορίες της βιβλιοθήκης τους. Μην ψάχνετε εδώ τα βιβλία, εδώ θα διαβάσουμε τα παραμύθια όπως τα κατάλαβαν τα παιδιά.
Μια ζωντανή βιβλιοθήκη
Έλα και εσύ στο παραμύθι
Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015
Διαβάσαμε "Το Γαϊτανάκι"
Αγαπημένοι μας φίλοι,
Διαβάσαμε το παραμύθι που μας στείλατε και μας άρεσε πολύ. Για αυτό τραγουδήσαμε για εσάς το τραγούδι των παιδιών. Ακούστε το:
Διαβάσαμε το παραμύθι που μας στείλατε και μας άρεσε πολύ. Για αυτό τραγουδήσαμε για εσάς το τραγούδι των παιδιών. Ακούστε το:
Επειδή θέλουμε να σφίξουμε τα χέρια μαζί σας αλλά είσαστε πολύ μακρυά για αυτό σας στέλνουμε τα χέρια μας και αν θέλετε να φέρουμε μαζί την Ειρήνη ακουμπήστε τα και τότε η Ειρήνη σίγουρα θα έρθει. Σας στέλνουμε την αγάπη μας και φυσικά τα χέρια μας.
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015
ΤΟ ΓΑΙΤΑΝΑΚΙ της Ζωρζ Σαρή.......
Μία φορά και έναν καιρό ήταν ένας παππούλης ο γερό- Νικόλας. Ο γερό- Νικόλας ζούσε μόνος του σε ένα σπίτι που είχε πολλά λουλούδια. Μία μέρα, ένιωσε μοναξιά γιατί άκουσε τα παιδάκια να τραγουδάνε
Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
και ολόκληρη την γη μας
θα αγκάλιαζε θαρρώ!!!!!
Η σκέψη του ήταν από τότε στα παιδιά και σκέφτηκε να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και να πει σε όλους τους ανθρώπους να πιάσουνε τα χέρια τους και να στήσουνε χορό και να αγκαλιάσουν την γη. Δεν είχε όμως λεφτά για το ταξίδι του και έπρεπε να πάει στην δουλειά. Σκέφτηκε λοιπόν, να πάει στον γιατρό και να του δώσει χάπια που θα τον κάνουν νέο και δυνατό. Πήγε σε μία πόλη με το τρένο και όταν πήρε τα χάπια έγινε νέος.
Ξεκίνησε το ταξίδι του με το τρένο και άρχισε να λέει στους ανθρώπους για το γαιτανάκι. Τους ζήταγε να πιάσουν σφιχτά τα χέρια τους και να αγκαλιάσουν όλη την γη, να τραγουδήσουν και να χορέψουν. Κάποιοι είπαν ναι αλλά κάποιοι είπαν όχι. Δεν θέλανε να τραγουδήσουν γιατί δεν είχαν χρόνο.
Ο Νικόλας όμως συνεχώς τους έλεγε να έρθουν να τραγουδήσουν και να χορέψουν. Δεν σταμάτησε ποτέ για να ακούσουν και αυτοί που έλεγαν όχι. Το είπε στο δημαρχείο, το είπε στην φυλακή, στους κλέφτες, στην αστυνομία, στον Δικαστή, στους ναύτες, στους φρουρούς. Είπε με δυνατή φωνή:
<< ξεχάστε την λύπη, ξεχάστε τον θυμό και ελάτε να αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλον>>.
Έτσι λοιπόν , την πρώτη μέρα της Άνοιξης, όλοι οι άνθρωποι που ήταν φίλοι του Νικόλα, αγόρια και κορίτσια, άσπροι και μαύροι, εχθροί και φίλοι, ναύτες και στρατιώτες, μεγάλοι και μικροί χόρεψαν και τραγούδησαν πιάνοντας τα χέρια και αγκαλιάζοντας όλη την γη.
Ο Νικόλας έβγαλε γενειάδα και ξαναέγινε ο γερό-Νικόλας γιατί είχε πετύχει αυτό που ήθελε στην ζωή του. Ήταν πια καιρός να πάει χαρούμενος στο σπίτι του.
Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
και ολόκληρη την γη μας
θα αγκάλιαζε θαρρώ!!!!!
Η σκέψη του ήταν από τότε στα παιδιά και σκέφτηκε να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και να πει σε όλους τους ανθρώπους να πιάσουνε τα χέρια τους και να στήσουνε χορό και να αγκαλιάσουν την γη. Δεν είχε όμως λεφτά για το ταξίδι του και έπρεπε να πάει στην δουλειά. Σκέφτηκε λοιπόν, να πάει στον γιατρό και να του δώσει χάπια που θα τον κάνουν νέο και δυνατό. Πήγε σε μία πόλη με το τρένο και όταν πήρε τα χάπια έγινε νέος.
Ξεκίνησε το ταξίδι του με το τρένο και άρχισε να λέει στους ανθρώπους για το γαιτανάκι. Τους ζήταγε να πιάσουν σφιχτά τα χέρια τους και να αγκαλιάσουν όλη την γη, να τραγουδήσουν και να χορέψουν. Κάποιοι είπαν ναι αλλά κάποιοι είπαν όχι. Δεν θέλανε να τραγουδήσουν γιατί δεν είχαν χρόνο.
Ο Νικόλας όμως συνεχώς τους έλεγε να έρθουν να τραγουδήσουν και να χορέψουν. Δεν σταμάτησε ποτέ για να ακούσουν και αυτοί που έλεγαν όχι. Το είπε στο δημαρχείο, το είπε στην φυλακή, στους κλέφτες, στην αστυνομία, στον Δικαστή, στους ναύτες, στους φρουρούς. Είπε με δυνατή φωνή:
<< ξεχάστε την λύπη, ξεχάστε τον θυμό και ελάτε να αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλον>>.
Έτσι λοιπόν , την πρώτη μέρα της Άνοιξης, όλοι οι άνθρωποι που ήταν φίλοι του Νικόλα, αγόρια και κορίτσια, άσπροι και μαύροι, εχθροί και φίλοι, ναύτες και στρατιώτες, μεγάλοι και μικροί χόρεψαν και τραγούδησαν πιάνοντας τα χέρια και αγκαλιάζοντας όλη την γη.
Ο Νικόλας έβγαλε γενειάδα και ξαναέγινε ο γερό-Νικόλας γιατί είχε πετύχει αυτό που ήθελε στην ζωή του. Ήταν πια καιρός να πάει χαρούμενος στο σπίτι του.
Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)